Υπάρχουν βιβλία που χρησιμοποιούν έναν μύθο για να αφηγηθούν μια ιστορία και υπάρχουν βιβλία που μοιάζουν τα ίδια με μύθο. Η «Υφάντρα» της Μαρίας Ξυλούρη ανήκει περισσότερο στη δεύτερη κατηγορία. Μικρή σε έκταση αλλά πυκνή σε νοήματα, η νουβέλα που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο μοιάζει να έχει βγει από έναν κόσμο όπου ο χρόνος δεν κινείται ευθύγραμμα και όπου το παρελθόν, η μνήμη και η μοίρα παραμένουν δεμένα μεταξύ τους σαν κλωστές στον ίδιο αργαλειό.
Η Μπιάνκα είναι μια νεαρή υφάντρα που εγκαταλείπει τον βίαιο σύζυγό της χωρίς σχέδιο και χωρίς να γνωρίζει πού θα καταλήξει. Στον δρόμο της βρίσκεται ο κύριος Τέιλορ, ένας εκκεντρικός ξένος που της προσφέρει καταφύγιο. Για εκείνον πρόκειται για μια πράξη καλοσύνης· για εκείνη, για κάτι πολύ μεγαλύτερο: την πρώτη πραγματική δυνατότητα να υπάρξει έξω από τη βία. Χρόνια αργότερα, όταν η σύζυγος του Τέιλορ αρρωσταίνει βαριά, η Μπιάνκα θα επιχειρήσει να ανταποδώσει το καλό επικαλούμενη έναν παλιό θρύλο, έναν θρύλο που περνά από γυναίκα σε γυναίκα και κουβαλά μαζί του την υπόσχεση της σωτηρίας αλλά και τον κίνδυνο της εκπλήρωσης.
Η Ξυλούρη παίρνει την υφαντική, μια κατεξοχήν γυναικεία κληρονομιά, και την κάνει πολύ περισσότερα από ένα σκηνικό ή ένα σύμβολο. Οι γυναίκες της ιστορίας δεν υφαίνουν μόνο υφάσματα. Υφαίνουν σχέσεις, μνήμες, φόβους, οικογενειακές παραδόσεις και, τελικά, τις ίδιες τις ζωές τους. Η ύφανση γίνεται έτσι ένας τρόπος να μιλήσει η συγγραφέας για τη μοίρα: για όσα κληρονομούμε χωρίς να τα επιλέξουμε και για όσα προσπαθούμε να αλλάξουμε τραβώντας ένα μόνο νήμα από ένα ήδη φτιαγμένο σχέδιο. Αυτή η σύνδεση ανάμεσα στην υφαντική, τη μοίρα και τη γυναικεία κληρονομιά βρίσκεται στον πυρήνα της νουβέλας.
Εδώ βρίσκεται και ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία του βιβλίου. Η Μπιάνκα δεν είναι ακριβώς μια Πηνελόπη. Δεν υφαίνει περιμένοντας τον άντρα της να επιστρέψει· υφαίνει ακριβώς για να μην επιστρέψει. Η αντιστροφή αυτή δίνει στην ηρωίδα μια διαφορετική θέση απέναντι στην παράδοση και στη γυναικεία υπομονή. Η ίδια η Ξυλούρη έχει περιγράψει τη Μπιάνκα ως «αντι-Πηνελόπη», επισημαίνοντας τη διαφορά ανάμεσα στην ύφανση ως αναμονή και στην ύφανση ως άρνηση της επιστροφής.
Το δυνατότερο όπλο της Ξυλούρη, ωστόσο, είναι η γλώσσα. Η αφήγηση είναι προσεγμένη χωρίς να γίνεται επιδεικτική, ποιητική χωρίς να χάνει τη ροή της. Η συγγραφέας δημιουργεί έναν κόσμο που μοιάζει ταυτόχρονα πραγματικός και ελαφρώς μετατοπισμένος, σαν να τον βλέπουμε μέσα από το φίλτρο ενός παλιού παραμυθιού. Η αίσθηση αυτή ενισχύεται από την απουσία ενός αυστηρού γεωγραφικού και χρονικού προσδιορισμού: η ιστορία μοιάζει να μπορεί να έχει συμβεί σχεδόν οπουδήποτε και σχεδόν οποτεδήποτε. Η «Εφ.Συν.» έχει εύστοχα επισημάνει αυτή την αίσθηση αχρονίας και τη γλώσσα της Ξυλούρη ως ταυτόχρονα επιμελημένη και αβίαστη.
Και κάπου εκεί εμφανίζεται η Επισκέπτρια, ίσως το πιο γοητευτικό πρόσωπο της νουβέλας. Δεν είναι απλώς ένας υπερφυσικός χαρακτήρας που υπηρετεί την πλοκή. Είναι η μορφή που μετακινεί την ιστορία από το επίπεδο του κοινωνικού δράματος σε εκείνο του μύθου. Μαζί της επιστρέφουν οι παλιές δοξασίες, οι Μοίρες, το πεπρωμένο και η ιδέα ότι η επιθυμία μπορεί να αποδειχθεί πολύ πιο επικίνδυνη όταν πραγματοποιείται.
Η «Υφάντρα» είναι, ασφαλώς, ένα βιβλίο για τη βία απέναντι στις γυναίκες και για τη δύναμη που απαιτείται ώστε να σπάσει ένας κύκλος κακοποίησης που μοιάζει να κληροδοτείται από γενιά σε γενιά. Αλλά η ενδιαφέρουσα πλευρά της είναι ότι δεν σταματά εκεί. Η Ξυλούρη μιλά επίσης για την ευγνωμοσύνη, την ανταπόδοση, το χρέος απέναντι σε εκείνον που μας βοήθησε, αλλά και για το απρόβλεπτο τίμημα μιας καλής πράξης όταν αυτή επιστρέφει στη ζωή μας μεταμορφωμένη. Η καλοσύνη δεν είναι εδώ μια απλή ηθική αξία· γίνεται πράξη που μπορεί να αλλάξει τη μοίρα των ανθρώπων.
Αυτό είναι και το σημείο όπου η νουβέλα αποκτά μια πιο σκοτεινή διάσταση. Η σωτηρία δεν σημαίνει απαραίτητα ελευθερία και η εκπλήρωση μιας επιθυμίας δεν αποτελεί κατ’ ανάγκη λύτρωση. Η φράση που διατρέχει την ιστορία —ότι συχνά χειρότερη από μια αναπάντητη προσευχή είναι η εκπλήρωσή της— λειτουργεί σχεδόν σαν προειδοποίηση προς τον αναγνώστη. Γιατί όταν ζητάμε από τη μοίρα να αλλάξει, δεν γνωρίζουμε ποτέ ποιο ακριβώς μέρος της ζωής μας θα αλλάξει μαζί της.
Υπάρχει, βέβαια, μια ένσταση που αξίζει να καταγραφεί. Η φεμινιστική διάσταση της «Υφάντρας» είναι τόσο έντονη ώστε σε ορισμένα σημεία γίνεται πιο εμφανής από την ίδια τη μυθοπλασία.
H «Υφάντρα» κερδίζει τελικά από την επιμονή της στη δική της ατμόσφαιρα και στη συμπυκνωμένη γραφή της. Η μικρή της έκταση δεν σημαίνει απλώς ότι διαβάζεται γρήγορα· σημαίνει ότι κάθε στοιχείο έχει μεγαλύτερο βάρος. Οι χαρακτήρες, τα αντικείμενα, οι οικογενειακές τελετουργίες, οι υφάντρες, η Επισκέπτρια, το σπίτι του κυρίου Τέιλορ, όλα λειτουργούν σαν κομμάτια ενός μεγαλύτερου σχεδίου που αποκαλύπτεται σταδιακά.
Η Μαρία Ξυλούρη γράφει, τελικά, μια ιστορία για ανθρώπους που προσπαθούν να ξεφύγουν από το σχέδιο που τους παραδόθηκε. Και ίσως αυτό να είναι το πιο ουσιαστικό νόημα της ύφανσης στο βιβλίο: ότι η ζωή είναι ένας αργαλειός που κληρονομούμε ήδη στημένο, αλλά κάποια στιγμή πρέπει να αποφασίσουμε αν θα συνεχίσουμε το ίδιο σχέδιο ή αν θα τραβήξουμε μια κλωστή και θα το διακινδυνεύσουμε από την αρχή.
Η «Υφάντρα» είναι ένα σκοτεινό, ατμοσφαιρικό και ιδιαίτερα καλοδουλεμένο παραμύθι ενηλίκων. Ένα βιβλίο για τη γυναικεία μοίρα, αλλά και για κάτι ευρύτερο: για το πόσο δύσκολο είναι να ξεχωρίσουμε αυτά που μας κληροδοτήθηκαν από αυτά που πραγματικά επιλέξαμε. Και για το ότι, μερικές φορές, η πιο γενναία πράξη δεν είναι να υφάνεις έναν καινούργιο κόσμο, αλλά να βρεις το θάρρος να κόψεις το νήμα του παλιού.
Στέλιος Παπαγρηγορίου στο CNN Greece