Δοξιάδης Απόστολος: Γαλανόσκυλος

Ο Γαλανόσκυλος του Απόστολου Δοξιάδη αποτελεί ένα λογοτεχνικό φαινόμενο. Ο γνωστός συγγραφέας (Ο θείος Πέτρος και η εικασία του Γκόλντμπαχ: 1992) κατορθώνει να συγκεντρώσει και να αναπτύξει μέσα σε 670 σελίδες τα βασικά θέματα της θεωρίας αλλά και της γραφής του μυθιστορήματος, των πηγών της έμπνευσης και των αδιεξόδων της συγγραφής, καθώς και τις δυσκολίες της ζωής στην Αθήνα του τέλους του 20ού αιώνα (ένα είδος fin de siècle). Διαπιστώνεται ένα παράδοξο είδος νοσταλγίας. Η ειρωνική επισήμανση των τρωτών σημείων του ανεξέταστου βίου που οδηγεί σε πολλαπλές καταστροφές (οικονομικές και άλλες) παρουσιάζεται μέσα από την περίπτωση του κεντρικού προσώπου (μάλλον αντιήρωα) πεζογράφου Δώρη Καλούση (κατά κόσμον Δωρόθεου Καλουσόπουλου), ο οποίος «τα τελευταία εννιά χρόνια» γράφει (ή προσπαθεί να γράψει) το αριστούργημά του. Τον περιστοιχίζει πλήθος προσώπων, φίλων και εχθρών. Το πεδίο δράσης του είναι το κέντρο της Αθήνας και η Κηφισιά, αλλά εκτείνεται μέχρι τους Δελφούς (συμβολικός τόπος). Το βιβλίο μπορεί να χαρακτηριστεί ως pastiche – έργο τέχνης που παρωδεί προηγούμενα λογοτεχνικά είδη. Κατά κάποιον τρόπο θυμίζει τον Βλακοχορτοφάγο του Τζον Μπαρθ (1930-2024), σε μετάφραση Αλέξη Πανσέληνου, καθώς «όλα τα πρόσωπα αλλάζουν ταυτότητες, μπερδεύονται το ένα με το άλλο, υποδύονται το ένα το άλλο – και κάθε φορά η έκπληξη είναι μεγάλη, η στήριξη του ευρήματος άψογη και η διασκέδαση του αναγνώστη ανάλογη εκείνης που πρέπει να δοκίμασε ο συγγραφέας στήνοντας όλο αυτό το καρναβάλι ταυτοτήτων και ιδιοτήτων»[1].

Το μυθιστόρημα διαιρείται σε τρία μέρη με ενδεικτικούς τίτλους: «Κούκου τζα», «Ουκέτι Φοίβος έχει καλύβην», «Ο Σκύλος». Την παιγνιώδη διάθεση του πρώτου μέρους διαδέχεται ένα υψηλό θέμα, όπως είναι το αρχαίο ελληνικό παρελθόν, ενώ ακολουθεί η επιστροφή στην πραγματικότητα. Ο Καλούσης έχει να αντιμετωπίσει πολλαπλές προκλήσεις: τον ανταγωνισμό από άλλους συγγραφείς, γνωστούς και άγνωστους, τις φιλικές και ερωτικές του σχέσεις, τους εσωτερικούς δαίμονες που τον κατατρύχουν. Στο πρώτο μέρος, συγγράφει μυθιστόρημα με τίτλο Η ευωδιά της βροχής, όταν πέφτει στα χέρια του το Ρετσιτατίβο του άγνωστου Αστέρη Αυγερινού (η όπερα διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στο έργο). Ο ίδιος επικεντρώνεται στην περίοδο της Κατοχής και διεξάγει σχετική έρευνα. Ταυτόχρονα, κάνει δημόσιες σχέσεις με απώτερο σκοπό να διεκδικήσει την Έδρα της Λογοτεχνίας στην Ακαδημία Αθηνών. Αναπτύσσεται ένα κλίμα μηχανορραφίας και καχυποψίας, καθώς βλέπει παντού κατασκόπους και πιθανούς διεκδικητές του τίτλου του Ακαδημαϊκού. Επιπρόσθετα, ο φιλικός του κύκλος (με τα χαρακτηριστικά ονόματα Κολομπούτης, Πατσάς, Ιεροκλής Κορέτσης) προσπαθεί να τον προωθήσει. Ένα δείπνο όμως στην ιταλική πρεσβεία καταλήγει σε φιάσκο, ενώ αποκαλύπτονται τα παρασκήνια του λογοτεχνικού σιναφιού. Ερωτήματα, όπως «Τι σημαίνει να είσαι σπουδαίος συγγραφέας στην Ψωροκώσταινα των εννέα εκατομμυρίων κατοίκων;» (σ. 53) βρίσκονται πάντα στην επικαιρότητα.

Ενα λογοτεχνικό φαινόμενο.

Το Ρετσιτατίβο είναι το πρώτο από τα «βιβλία μέσα στο βιβλίο» που θα διαβάσει ο αναγνώστης. Κινείται στον κόσμο της όπερας και πρωταγωνιστούν πρόσωπα με τα διασκεδαστικά ονόματα Καρούμπαλος, Μόρφω Στουπή, Τόνι Μπουλόνης κ.ά. Οι ανέκδοτες σημειώσεις του Ανανία Καρούμπαλου αποτελούν ένα άλλο βιβλίο μέσα στο βιβλίο. Διατυπώνονται απόψεις για το γράψιμο –«η διαδικασία του γραψίματος είναι από τις λίγες ανθρώπινες δραστηριότητες όπου κάποιος μπορεί να εκδηλώνει τον σαδισμό του ελεύθερα, χωρίς ποινικές επιπτώσεις, και ενίοτε με καλή ανταμοιβή» (σ. 67)– οι οποίες μοιάζουν παραδοξολογίες, χωρίς να είναι. Ο Καλούσης άλλωστε βασανίζεται ποικιλοτρόπως για να γράψει το βιβλίο του. Παρουσιάζεται ως εχθρός του μοντερνισμού και της λογοτεχνικής Γενιάς του ’30, αλλά έχει γράψει βιβλίο με τίτλο πελαγόψαρο/Πελαγόψαρο. «Ο Καλούσης διατήρησε από τις παρέες των ακραίων μοντερνιστών μονάχα την περιφρόνησή του και για τους πεζογράφους της Γενιάς του ’30 και για τη λογοτεχνία της φυγής» (σ. 93). Ταυτόχρονα, αναπτύσσει τη Δομική Θεωρία της Γραφής. Χρησιμοποιεί τη «μέθοδο των καρτών», δηλαδή γράφει τις περιλήψεις των κεφαλαίων σε κάρτες, τις οποίες στη συνέχεια συνθέτει. Αποκαλύπτεται με αυτόν τον τρόπο το συγγραφικό εργαστήρι του (σσ. 157-158). Στις τελευταίες σελίδες του πρώτου μέρους ο Καλούσης ανακαλύπτει σε ένα μικρό βιβλιοπωλείο τον Γαλανόσκυλο, το δεύτερο μυθιστόρημα του Αυγερινού.

Στην Αθήνα του 1942, «ο Χριστόφορος Μπάμιας, απότακτος δημοκρατικός αξιωματικός, αναλαμβάνει να προστατεύσει τον φιλόλογο Βασίλη Σφενδαμή». Όμως ταυτόχρονα «οι Ναζί σχεδιάζουν να γυρίσουν ταινία την Ορέστεια του Αισχύλου ως ύμνο στον Φύρερ» με τη βοήθεια του δεύτερου (από το οπισθόφυλλο). Ο Σφενδαμής (Συκουτρής), αιχμάλωτος των Γερμανών, καταφέρνει να δραπετεύσει με τη μεσολάβηση του Μπάμια και του σκύλου Γαλάνη. Το δεύτερο αυτό «βιβλίο μέσα στο βιβλίο» συναρπάζει τον Καλούση, ο οποίος κάνει σκοπό της ζωής του να το οικειοποιηθεί. Μετακινείται μέσα στην Αθήνα και στους Δελφούς για να βρει τις ιδανικές συνθήκες για να εργαστεί. Στο σημείο αυτό, η αφήγηση κινείται σε δύο επίπεδα, την κατοχική Αθήνα του 1942 και την ευημερούσα πόλη του τέλους του αιώνα. Τώρα κάνει αισθητή την παρουσία του ο Γαλάνης, σκύλος και μαζί υπερφυσικό ον (Γαλανόσκυλος). Στις κανονικές του διαστάσεις «ο τρομερός αυτός σκύλος είναι τέλειος φύλακας, και ιχνηλάτης, και ακατάβλητος μαχητής» (σ. 415). Όταν μεταμορφώνεται, όμως, παίρνει «τριπλό από το κανονικό του μέγεθος, λαμπυρίζοντας στο φως του ήλιου, σαν να είναι καλυμμένος με ζαφείρια» (σ. 427) και πραγματοποιεί υπερφυσικές αποστολές. Μπορεί να θεωρηθεί σαν «είτε κάποιου είδους υπερεξελιγμένο ρομπότ, κατασκευασμένο με την όψη σκύλου από τους ξένους επιστήμονες, που έκαναν αλλόκοτες εφευρέσεις στα χρόνια του πολέμου, είτε, το πιθανότερο, σκύλος κανονικός, που έπαιρνε τις ιδιαίτερες δυνάμεις του από τα παράξενα φάρμακα» (σ. 495). Σήμερα μπορεί να αντιμετωπιστεί ως προϊόν τεχνητής νοημοσύνης (ή κόμικ;). Ο Καλούσης παθιάζεται με τον Γαλάνη και αρχίζει να τον βλέπει μπροστά του στην πραγματική ζωή.

Ο πρωταγωνιστής «ξαναγράφει» το βιβλίο του Αυγερινού με τον δικό του τρόπο, σβήνοντας και υπογραμμίζοντας ολόκληρα κεφάλαια. Προσπαθεί να παρέμβει στη δομή του μυθιστορήματος, σύμφωνα με τη δική του Δομική Θεωρία. Αποκαλύπτεται με αυτόν τον τρόπο η πάλη των συγγραφέων με το ανομοιογενές υλικό τους. Ο Καλούσης διχάζεται ανάμεσα στην ανάγκη για απόλυτο έλεγχο του έργου του (σ. 594) και τη θεωρία του χάους. Ο Σφενδαμής αντίστοιχα διχάζεται ανάμεσα στο Απολλώνιο και το Διονυσιακό στοιχείο. Πολλές είναι οι αναφορές στην αρχαία τραγωδία, την ερμηνεία και την παραχάραξή της από τους Γερμανούς του Γ’ Ράιχ. Κυριαρχεί η αντίθεση ανάμεσα σε «τάξη, μέτρο, αρμονία» και το χάος. «Ο Διόνυσος είναι θεός του χάους, γιατί στο χάος ο νόμος είναι η αταξία, η κατάργηση των κανόνων και η βασιλεία του τυχαίου» (σ. 598). Αυτό θα αποκαλυφθεί στο τέλος του βιβλίου, όταν ο Καλούσης θα χάσει το μέτρο και θα προσπαθήσει να επιβάλει στο κοινό το άγνωστο αριστούργημα του Αυγερινού σε μια δημόσια εκδήλωση. (Στον Φιλολογικό Σύλλογο Παρνασσό, όπου το 1937 είχε παρουσιαστεί το έργο του Συκουτρή.) Τα αποτελέσματα είναι τραγελαφικά. Υποκρύπτεται προφανώς η Ύβρις, που πληρώνεται με την Τίσι και τη Νέμεσι. Αν και στο μεταξύ ο Καλούσης έχει γίνει συμπαθής στον αναγνώστη με τις υπερβολές και τον ναρκισσισμό του. Το τέλος του είναι αμφιλεγόμενο.

Το βιβλίο λειτουργεί με πολλαπλούς καθρέφτες. Οι ήρωες των βιβλίων «μέσα στα βιβλία» καθρεφτίζονται στα μυθιστορηματικά πρόσωπα.

Η περιπέτεια ενός συγγραφέα –ή ενός βιβλίου– είναι λοιπόν ο Γαλανόσκυλος; Και κάτι περισσότερο. Η διερεύνηση των ανθρώπινων παθών, που συνδέονται με το γράψιμο και την ανάγνωση. Το ερωτικό πάθος –στις διάφορες μορφές του– και το πάθος για εξουσία, επικράτηση και μονοπώληση του ενδιαφέροντος των άλλων. Η περιγραφή είναι ρεαλιστική, αλλά συχνά κυριαρχεί το γκροτέσκο – ή το ανοίκειο (Unheimliche: σ. 663). Προβάλλεται η λογοτεχνία ως δημιουργία, αλλά και η συγγραφική κρίση. Το «δημιουργικό αδιέξοδο» (σ. 611), αλλά και το «αδιέξοδο του νου». Ο Καλούσης καταλήγει όχι στη λευκή, αλλά στη μαύρη σελίδα (σ. 589). «Τρέλα και μορφή. Η λογοτεχνική ενσάρκωση της ψύχωσης» είναι ο τίτλος εργασίας που εκπονείται για το έργο του. Το ερώτημα που τον απασχολεί είναι: «Γιατί αυτοκτόνησε ο Συκουτρής;». Η λογοτεχνία εκδηλώνεται κάποτε ως παθογένεια.

Το βιβλίο λειτουργεί με πολλαπλούς καθρέφτες. Οι ήρωες των βιβλίων «μέσα στα βιβλία» καθρεφτίζονται στα μυθιστορηματικά πρόσωπα. Τα βιβλία αυτά συμπλέκονται με τον Γαλανόσκυλο. Ο Γαλάνης μεταμορφώνεται σε ένα υβριδικό ον. Οι τόποι τότε (1942) και τώρα συγχέονται, ενώ παρουσιάζονται τα γνωστά αθηναϊκά στέκια (199…). Ο Καλούσης, μπορεί να θεωρηθεί μπαχτινικός ήρωας, καθώς κινείται στα άκρα. Σύμφωνα με τον Μπαχτίν, «η αφηγηματική πρόζα συνιστά όχι μόνο ένα διακριτό είδος λόγου αλλά και ανήκει σε μια διακριτή “ποιητική”, βασισμένη στη γλωσσική δημιουργικότητα, στην καθημερινή βιωμένη εμπειρία και την ιστορική αίσθηση του χρόνου»[2]. Το pastiche αφορά στην πεζογραφία της Γενιάς του ’30. Αν και εκφράζεται επανειλημμένα δυσπιστία και αμφισβήτηση της αξίας της, η επίδραση στον συγγραφέα (Δοξιάδη) είναι σαφής. Η σφραγίδα του Τερζάκη φαίνεται στον τίτλο Η ευωδιά της βροχής (πρβ. με Το νερό της βροχής). Η εξωτερική περιγραφή του Αυγερινού αλλά και του φθαρμένου ενδύματός του (του ξεπλυμένου καφέ σακακιού του, με ξεφτισμένα μανίκια και τους τριμμένους αγκώνες: σ. 506) είναι σαφώς τερζακική. Στον Καραγάτση παραπέμπει η ειρωνεία και το σαρκαστικό ύφος που διατρέχει τον Γαλανόσκυλο. Οι δύο αυτοί συγγραφείς συγκεντρώνουν τα πυρά του Καλούση/Δοξιάδη, αλλά μάλλον πρόκειται για επιθέσεις αγάπης. Πυκνό είναι άλλωστε το δίκτυο των διακειμενικών αναφορών που υποστηρίζει το βιβλίο. Στο επίκεντρο βρίσκεται πάντα ο Γαλανόσκυλος, αυτό το μυστηριώδες πλάσμα. Σύμφωνα με τον Καλούση, «ο σκύλος είναι χρήσιμος, ίσως και απαραίτητος στην πλοκή. (Ποια πλοκή όμως;) Τείνω προς το να είναι φύλακας, εξαιρετικά εκπαιδευμένος, πιθανότατα από κάποια συμμαχική μυστική υπηρεσία» (σ. 562). Όσο για το γαλανό χρώμα, αυτό είναι ένα σύμβολο. «Ένα σωστό σύμβολο δεν είναι κωδικός, είναι μια νέα πραγματικότητα, όπως και η πραγματικότητα στην οποία παραπέμπει ο Γαλάνης μέσα στο βιβλίο»[3]. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι στο εξώφυλλο του βιβλίου δεσπόζει ο Γαλανόσκυλος, με ανοιγμένο απειλητικά το στόμα προς τον αναγνώστη.
Στυλιανή Παντελιά