Ο αφηγητής αυτής της νουβέλας, ένας διοικητικός υπάλληλος σε μια απροσδιόριστη πόλη, λαμβάνει την απόφαση να θέσει τέλος στη ζωή του με απόλυτη διαύγεια και αμετάκλητη βεβαιότητα. Όμως κάθε φορά παρεμβάλλεται ένα εμπόδιο και η αυτοκτονία συνεχώς αναβάλλεται. “Είχα αποφασίσει ν’ αυτοκτονήσω μια μέρα του Ιούλη που ο ήλιος έκαιγε και η πόλη πνιγόταν στην κίτρινη ομίχλη και το γρασίδι ήταν κατάξερο […] Από εκείνη την ημέρα του Ιούλη που ο ήλιος έκαιγε την πόλη πέρασαν δύο χρόνια, δύο μήνες και είκοσι δύο μέρες”. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)