Νά ποὺ κοντεύει καὶ ὁ δικός σου ὁ καιρὸς γιὰ τὸ τίποτε ἄλλο.
Τίποτε ἄλλο παρὰ μονάχα νὰ σοῦ δοθεῖ ὁ χρόνος
νὰ συμμαζέψεις αὐτὰ ποὺ σοῦ ἔχουνε πιὰ ἀπομείνει:
ἡ αὐλὴ τοῦ χαμόσπιτου καὶ οἱ γύφτισσες ποὺ τὶς ἔπαιρνε,
τὶς σεργιάνιζε στὰ ψηλὰ ὁ ἀέρας,
τὰ «Τετράδια τῆς φυλακῆς» τοῦ Ἀντόνιο Γκράμσι,
ἡ «Συμφωνία τοῦ Λένινγκραντ» τοῦ Ντμίτρι Σοστακόβιτς καί, ναί,
τὸ σιωπηλὸ γέλιο τοῦ Φάρμα στὸ «Παραρλάμα» τοῦ Δημοσθένη Βουτυρᾶ.
Τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ πεῖς γι’ αὐτὰ ποὺ δὲν ξέχασες,
σὲ παλιωμένους σταθμοὺς ξενυχτώντας
μὲ τὸ κεφάλι γερμένο ἀπ’ τὴ νύστα στὸν σάκο τοῦ νεοσύλλεκτου
ἢ μ’ ἕνα κύπελλο σπαστὸ στιγμιαίου καφὲ νὰ σὲ κρατάει ἐκεῖ
ὅπου ἀκόμη παίζουν στὸ τζοὺκ-μπὸξ τὰ λαϊκὰ μὲ τὴ φωνὴ τοῦ Μητροπάνου·
σὲ παλιωμένα τραῖνα, καθὼς ἀκίνητος κοίταζες
πῶς βαραίνουν οἱ ἴσκιοι στὶς καμένες πλαγιὲς τὴν ὥρα ποὺ πέφτει τὸ φῶς,
πῶς γεμίζει μὲ αἷμα ἡ ἀπόγνωση,
σὰν τὸ τραῦμα ποὺ ἔχει ἀνοίξει καὶ πάλι.
Ἐπειδὴ ἔτσι γίνεται καὶ τὰ δάχτυλα ποὺ γραπώνονται ἀπ’ τὶς σχισμάδες τῶν βράχων,
γιὰ νὰ φτάσεις στὴν τελευταία κορφή,
εἶναι οἱ ἀχτίδες τῶν εἰκοσπέντε σου χρόνων μιὰ πανσέληνη νύχτα στὴν ἀμμουδιὰ τῆς Σάρτης,
τὰ μεθυσμένα σου ἀσέληνα βήματα στὴν Ἴο, ἀπὸ τὴ Χώρα μέχρι τὸν Μυλοπότα.
Ἐπειδὴ ἔτσι γίνεται καὶ ἡ τελευταία κορφὴ εἶναι ἡ δική σου Ἀποκάλυψη,
τὸ δικό σου βιβλίο μὲ τὰ γραμμένα ὀνόματα τῆς ζωῆς,
τὸ δικό σου θηρίο ποὺ βγαίνει ἀπὸ μέσα σου καὶ μόνον ἐσὺ
δύνασαι πολεμῆσαι μετ’ αὐτοῦ·
εἶναι ἡ δική σου φωνή, οἶδά σου τὰ ἔργα.
Τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ διασχίσεις ξανὰ τὰ μεγάλα ποτάμια τοῦ κόσμου,
καταπῶς τά ’νιωθες νὰ κυλοῦν στὴν παλάμη τοῦ πεπρωμένου σου,
ν’ ἀνταμώσεις ξανὰ τὶς νεράιδες τοῦ Ἄραχθου καὶ τὶς νύμφες τῆς Οἴτης,
τίποτε παρὰ νὰ μοιραστεῖς καὶ πάλι τὶς ἴδιες αἰσθήσεις μ’ ἐκείνους
ποὺ ἀσταμάτητα βάδιζαν «πάνω-κάτω στὴν Πατησίων»,
χαράζοντας στὸ σῶμα τους «σουγιαδιὲς τὰ ξεθωριασμένα συνθήματα»,
μ’ ἐκείνους ποὺ ἔφτασαν μέχρι τὶς ἐκβολὲς τοῦ πεπρωμένου
δίχως νὰ ταξιδέψουνε ποτέ.
Ἐπειδὴ ἔτσι γίνεται καὶ πρέπει ὣς τὸ τέλος νὰ παραμένεις ἀθάνατος,
σώζοντας διαρκῶς μὲ τὴ γλώσσα τοὺς μύθους σου ἀπὸ τὸν Καύκασό τους.
Ἐπειδὴ ἔτσι γίνεται καὶ τὰ φτερὰ τοῦ ἀετοῦ ποὺ μεγαλώνουν τὶς λέξεις
εἶναι ἡ ἀνάσα ποὺ ἀναδώνει τὴ φωτιὰ
κάθε ποὺ παραδίνεται ἡ φωτιὰ στὸν μαρασμό της.
(Ἀπὸ τὸ “Ἐπειδὴ ἔτσι γίνεται”, Νεφέλη, 2026)