ΣΤΙΣ ΠΕΡΙΦΗΜΕΣ «Θέσεις για τη φιλοσοφία της Ιστορίας», και ειδικά στην 7η, ο Βάλτερ Μπένγιαμιν μάς καλεί να δούμε τον ιστορικό ρου έξω και πέρα από τις ντετερμινιστικές συμβάσεις, ακόμα και κόντρα στη λογική της προόδου, και να «χτενίσουμε την Ιστορία αντίθετα στη φορά της», όπως τόνιζε χαρακτηριστικά, γνωρίζοντας πως πίσω από τα λάφυρα που περιφέρουν οι νικητές στη θριαμβευτική πομπή τους –πίσω ακόμη κι από ό,τι ονομάζουμε πολιτισμό– υπάρχουν πάντοτε οι ανώνυμοι φορείς της Ιστορίας που δεν απέκτησαν ποτέ το προνόμιο της αφήγησης. «Δεν υπάρχει τεκμήριο πολιτισμού που να μην είναι συνάμα και τεκμήριο βαρβαρότητας», ήταν η χαρακτηριστική έκφραση που συμπύκνωνε την έντονη δυσπιστία του φιλοσόφου απέναντι στην καταιγιστική αφήγηση ενός υποτιθέμενα ολβιόδωρου μέλλοντος.
Σημαντικά στοιχεία της έντονης καχυποψίας απέναντι στην επίσημη Ιστορία δείχνει να οικειοποιείται με πολύ διαφορετικά, προφανώς, αφηγηματικά εργαλεία η «Εκλεκτή των θεών», της πρωτοεμφανιζόμενης συγγραφέως Μαίρης Κοντογεώργου, ένα πολυεπίπεδο μυθιστόρημα για την ανθρώπινη πορεία και έκφραση αλλά και για τα πολλαπλά αδιέξοδα ενός αποχαλινωμένου ηθικά και πρακτικά παρόντος. Το σημαντικό και πρωτότυπο εύρημα του βιβλίου είναι ότι πρωταγωνίστρια της αφήγησης είναι μια βελανιδιά. Η συγγραφέας επιλέγει να παραχωρήσει τον λόγο σε κάτι που η καταγεγραμμένη Ιστορία προτίμησε να θέσει στο περιθώριο, αλλά αυτό διατήρησε, με μια μπενγιαμενικού τύπου αντίσταση, τη δική του αύρα και τον αυτόνομο συμβολισμό του: πρόκειται για την περίφημη ιερή βελανιδιά της Έσης, που είναι αφιερωμένη στον Θωρ, την οποία, σύμφωνα με την παράδοση, έκοψε τον 8ο αιώνα ο Βονιφάτιος, ο μεγάλος ιεραπόστολος του εκχριστιανισμού των γερμανικών φύλων.
Πίσω από τις θεολογικές διαφορές και τις μάχες των θεών υπάρχει μια καθολική αλήθεια που διατρέχει όλους τους αιώνες και αφορά τη βεβαιότητα και την πίστη στον σκοπό που αγιάζει τα μέσα.
Από την πλευρά του Βονιφάτιου, η πτώση του δέντρου μπορεί να εγγραφεί ως ο θρίαμβος της αληθινής πίστης απέναντι στην ειδωλολατρία, ως μετάβαση από έναν παλαιό σε έναν νέο κόσμο. Η οπτική, όμως, της βελανιδιάς επαναφέρει τα πράγματα στην κανονική τους διάσταση, που είναι ότι κάποιοι αποφάσισαν πως έπρεπε να πεθάνει, προκειμένου να αποδείξουν ότι ο δικός τους θεός ήταν ισχυρότερος. Διατηρώντας, με κάθε τρόπο, την αυτόνομη φωνή της και τη δυναμική επιβολή της ελευθερίας έναντι κάθε λόγου και τρόπου καταπίεσης, η Βελανιδιά αντιστέκεται στους καταστροφείς, ακόμα και στη σοβαρότητα του ιστορικού της ρόλου. Δεν έχει καμία επιθυμία να γίνει μάρτυρας, σύμβολο ή τρόπαιο μιας σύγκρουσης, ούτε να προκρίνει τη στιβαρή επικράτηση μιας συγκεκριμένης αλήθειας. Αποποιούμενη κάθε μονοδιάστατη αφήγηση περί της αλήθειας ενός σκοπού που αγιάζει τα μέσα, αρνείται να δικαιολογήσει συγκεκριμένες αντιδράσεις που θα διευκόλυναν μια μοναδική λύση και επιπλέον δεν αναγνωρίζει κάποιο ανώτερο νόημα στη θυσία της – ιδού άλλη μια χριστιανική έννοια που για τον Νίτσε οδηγεί στη μνησικακία. Κυρίως, όμως, αρνείται πεισματικά το ηθικό δίδαγμα που οι άνθρωποι επιχειρούν να εξαγάγουν από αυτήν, επιθυμώντας κατ’ ουσίαν κάτι πολύ πιο ταπεινό και ταυτόχρονα πολύ πιο ριζοσπαστικό: απλώς να υπάρχει.
Εδώ ακριβώς έγκειται και η λεπτή ειρωνεία του τίτλου. Η «εκλεκτή των θεών» είναι εκλεκτή στο εσωτερικό μιας ανθρώπινης αφήγησης που έχει ανάγκη από εκλεκτούς, μάρτυρες, εχθρούς, θύτες και θύματα προκειμένου να οργανώσει έναν μανιχαϊστικό και διαρκώς διχασμένο κόσμο, ενώ το ίδιο το δέντρο στην πραγματικότητα δεν διεκδίκησε ποτέ μια τέτοια επιλογή. Και η Κοντογεώργου, επιστρατεύοντας έναν επίμονα σύγχρονο, παιγνιώδη, ενίοτε ισοπεδωτικό, ως προς τις βεβαιότητές μας, σαρκασμό, αποδομεί τόσο εκφραστικά όσο και ουσιαστικά τη βεβαιότητα και τη μεγαλαυχία αυτών των σχημάτων: η αφηγήτριά της σχολιάζει τις μεταφυσικές εμμονές και την ακόρεστη ανάγκη του ανθρώπου να επινοεί νοήματα, με την απορία κάποιου που παρατηρεί το σύστημα των ανθρώπινων βεβαιοτήτων απ’ έξω. Η πεποιημένη αφέλεια έχει σκοπίμως στοιχεία παραμυθιού, ενώ η συμβολικού τύπου αθωότητα και ο εγγενής ανιμισμός παραπέμπουν στη θεατρική δυναμική και στον συμβολισμό που φέρουν άλλου είδους δέντρα, όπως εκείνο που κοσμεί τη σκηνή στο «Περιμένοντας τον Γκοντό».
Κάπως έτσι, λοιπόν, εξηγούνται και οι πολλαπλοί συμβολισμοί στο βιβλίο, οι αναφορές στον Μαρκ Τουέιν και ένα γλωσσικό ύφος που εναλλάσσεται ανάλογα με την οπτική γωνία της εκάστοτε αφηγηματικής συνθήκης σπάζοντας ακόμα και την ενότητα της αφήγησης – ένα πολύ κρίσιμο εγχείρημα για μια πρωτοεμφανιζόμενη. Είναι μια απόπειρα να εκφραστούν με τον βέλτιστο τρόπο οι διαφορετικές μορφές αποξένωσης καθώς η απόσταση των δεκατριών αιώνων καταργείται, ώστε οι μηχανισμοί της εξουσίας να γίνουν αναγνωρίσιμοι. Γιατί πίσω από τις θεολογικές διαφορές και τις μάχες των θεών υπάρχει μια καθολική αλήθεια που διατρέχει όλους τους αιώνες και αφορά τη βεβαιότητα και την πίστη στον σκοπό που αγιάζει τα μέσα. Πολύ καίρια, εν προκειμένω, η ανάθεση του πρώτου λόγου από τη συγγραφέα στον Βονιφάτιο, ο οποίος ξεδιπλώνει το άτεγκτο πλέγμα των ιδεών του: «Οι άνθρωποι δεν εγκαταλείπουν τις συνήθειές τους, παρά μόνο αν κάποιος τους επιβάλει νέες», λέει στη βελανιδιά, έχοντας λίγο νωρίτερα υποστηρίξει ότι ακόμη και η βία μπορεί να αποτελέσει μέσο για την απελευθέρωση του κόσμου από τη βία. Πρόκειται για την πλέον αρχέγονη επιβολή της εξουσίας, που προσδοκά την έλευση του μέλλοντος ως δικαίωσης της θυσίας στο εκάστοτε παρόν – πόσες θυσίες, αλήθεια, δεν μας καλούν να διαπράξουμε σήμερα οι πολιτικοί στο όνομα του επερχόμενου μέλλοντος;
Απέναντι σε αυτή την τελεολογία, η βελανιδιά δεν αντιπαραθέτει μια άλλη θεωρία της Ιστορίας ή κάποιο άλλου είδους ηθικό και ιδεολογικό πλεονέκτημα, παρά αποκηρύσσει τον ίδιο τον ιδεολογικό πόλεμο, αρνούμενη να συμμετάσχει σ’ αυτόν. Δεν υποστηρίζει τον παγανισμό έναντι του χριστιανισμού, ούτε μετατρέπεται σε εκπρόσωπο κάποιας εξιδανικευμένης προχριστιανικής αθωότητας. Τι σημασία έχει ποιος θεός θα κερδίσει, μοιάζει να ρωτά, όταν το τίμημα της νίκης είναι πάντοτε κάποιος άλλος; Τι σημασία έχει ποιος κατέχει την αλήθεια, όταν η απόδειξή της απαιτεί ένα τσεκούρι; Αυτήν ακριβώς τη σκέψη συμπυκνώνει με τον πλέον εύσχημο τρόπο η παραβολή της ύπαρξης που, για να νικήσει το τέρας, αφαιρεί την καρδιά της και καταλήγει να χρησιμοποιεί τα μέσα του αντιπάλου της: «Αν σκοτώσεις για να σώσεις, αυτό που θα έχεις πετύχει με βεβαιότητα είναι να σκοτώσεις», παρατηρεί η βελανιδιά. Ο Βονιφάτιος αντιτείνει πως κανένας ευγενής σκοπός δεν πραγματώνεται χωρίς βάρβαρο τίμημα. Η Κοντογεώργου αφήνει τις δύο φωνές να συγκρουστούν, αλλά το πλεονέκτημα της βελανιδιάς έγκειται ακριβώς στο ότι δεν χρειάζεται να κερδίσει καμία αντιπαράθεση. Η ίδια της η ύπαρξη συνιστά το μοναδικό και πλέον κυρίαρχο αντεπιχείρημα.
Εν κατακλείδι, η αρχικά ευφυής σάτιρα φτάνει να αποκτά οντολογική ουσία. Η φύση παύει να είναι το σκηνικό όπου οι άνθρωποι επιτελούν ατελεύτητα το ατέρμονο δράμα τους –τόσο το δικό τους όσο και αυτό των θεών και των ιδεολογιών τους– και ανακτά τη δική της αυτοτέλεια. Η βελανιδιά κοιτάζει τα σύννεφα, ζηλεύει την κίνησή τους, θυμάται, επιθυμεί, φοβάται· έχει, δηλαδή, μια αλήθεια που προηγείται κάθε ερμηνείας της, η οποία είναι κατεξοχήν σωματική, σχεδόν στοιχειώδης: το φως, το χώμα, οι ρίζες, η σχέση με τα άλλα πλάσματα, η επιθυμία της συνέχειας. Όσο για το συντριπτικό αφηγηματικά τέλος, σε καμία περίπτωση δεν αναιρεί τον σαρκαστικό τόνο των πρώτων σελίδων – αντιθέτως, τον δικαιώνει. Όταν η νύμφη που κατοικούσε μέσα της την αποχαιρετά και την παρηγορεί λέγοντάς της πως δεν θα ξεχαστεί, πως η ιστορία της θα γίνει θρύλος επειδή είναι «η εκλεκτή των θεών», η βελανιδιά απορρίπτει για τελευταία φορά όλο το οικοδόμημα της ανθρώπινης παραμυθίας: «Μου είναι αδιάφοροι οι θεοί. Κι ούτε με νοιάζει καθόλου τι ιστορίες θα λένε για μένα οι άνθρωποι, αφού θα με έχουν εξοντώσει». Εκείνη θα προτιμούσε απλώς να είναι η εκλεκτή της νύμφης της και να εξακολουθεί να ζει μαζί της.
Με άλλα λόγια, η Κοντογεώργου μετατρέπει ένα ιστορικό επεισόδιο σε φιλοσοφική διερώτηση, δικαιώνοντας την αιώνια επικράτεια των μεγάλων ερωτημάτων που βασανίζουν τον άνθρωπο από την αρχή της ύπαρξής του έως σήμερα. Σαν τον μπενγιαμινικό Άγγελο της Ιστορίας, ο οποίος αντικρίζει τα ερείπια που αυτή αφήνει πίσω της εκεί όπου εμείς βλέπουμε αλληλουχία και πρόοδο, η βελανιδιά μάς υποχρεώνει να κοιτάξουμε όχι το μεγαλείο του ιστορικού γεγονότος αλλά τις πολλαπλές επιπτώσεις του. Μόνο που εκείνη προχωρά ίσως ένα βήμα παραπέρα, αποδομώντας όχι απλώς την Ιστορία των νικητών αλλά την ίδια την ανθρώπινη μανία να υποτάσσει την ανθρώπινη ανάγκη και την Ιστορία σε θεούς, ιδεολογίες και ηθικά διδάγματα. Επομένως, πίσω από κάθε καινούργιο κόσμο υπάρχει μια βίαιη διάψευση στο όνομα μιας ακήρατης αλήθειας και πίσω από κάθε μνημειώδη ανθρώπινη αφήγηση ενδεχομένως να βρίσκεται μια βελανιδιά που, αν κάποτε αποκτούσε φωνή, θα μας έλεγε πως όλα αυτά που εμείς ονομάζουμε Ιστορία, γι’ αυτήν ήταν απλώς η ζωή που της στερήσαμε.