Είκοσι τέσσερις ιστορίες για τις οικογένειες που μας έφτιαξαν και μας τραυμάτισαν, τις πατρίδες που κουβαλάμε χωρίς να τις έχουμε διαλέξει, τις γλώσσες που χάσαμε, τις μνήμες που επιμένουν, και το γάλα εβαπορέ που ήπιαμε αραιωμένο πριν φύγουμε για το σχολείο.
Από τα χωριά των παιδικών καλοκαιριών ως το Σικάγο και τα αεροδρόμια της ξενιτιάς, από τα πασχαλινά τραπέζια ως τα σκαλιά των καφενείων, τα λεωφορεία και τις βιτρίνες της πόλης, οι ιστορίες αυτές φωτίζουν ανθρώπους που προσπαθούν να χωρέσουν κάπου: σε μια εποχή, σε μια πόλη, σε έναν ρόλο, σε μια ηλικία, σε ένα σώμα.
Με χιούμορ, τρυφερότητα και σκληρή ακρίβεια, η συλλογή αυτή μιλά για τη μνήμη όχι ως καταφύγιο, αλλά ως δύναμη ανήσυχη και απαιτητική. Για όλα όσα κρύβονται κάτω από τα τραπέζια, πίσω από τις οικογενειακές ευχές, μέσα στις μυρωδιές των σπιτιών, στις σιωπές των γονιών και στα τραγούδια που κάποτε ακούσαμε στη διαπασών. (Από τον εκδότη)