Ένα ερώτημα που τίθεται συχνά σε μεταιχμιακές εποχές σαν τη δική μας, εποχές ραγδαίων αλλαγών και μετατοπίσεων σε αξίες, πεποιθήσεις, βεβαιότητες, είναι το πού εντοπίζεται πραγματικά ο παράγων άνθρωπος, όχι μόνο ως αδιάψευστα και ακάματα ενεργό υποκείμενο ενός «θαυμαστού, καινούργιου κόσμου», αλλά με τη γνήσια οντολογική του υπόσταση, ως πρόσωπο, και μάλιστα πρόσωπο σχετιζόμενο με άλλα πρόσωπα. Ένα δεύτερο ερώτημα αφορά στον τρόπο με τον οποίο μπορεί να αναδυθεί το πρόσωπο αυτό έξω και πέρα από την ατομικότητά του, ώστε να μετατραπεί σε παρουσία. Ενίοτε και απουσία.
Ασφαλώς, θα μπορούσε κανείς να οδηγηθεί σε ατέρμονες συζητήσεις-θεωρίες και σε δαιδαλώδεις ατραπούς στην προσπάθειά του να δώσει απαντήσεις, σημειωτέον όμως ότι από τις απαρχές της φιλοσοφίας ο κύριος τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι επιχειρούσαν να βάλουν σε τάξη τις απορίες τους και να διερευνήσουν με αποτελεσματικότητα και εγκυρότητα όχι μόνο το σύμπαν που τους περιέβαλλε, αλλά και τις ίδιες τις ανθρώπινες συμπεριφορές μέσα στις ανθρώπινες κοινωνίες (βλ. Πλάτωνα και πιο πολύ τον Αριστοτέλη), ήταν η μαθηματική σκέψη. Αυτό φανερώνει, ενδεχομένως, μία ανάγκη σχηματοποίησης του απρόβλεπτου αλλά και της κατασκευής μίας ή περισσότερων σταθερών για την ανακάλυψη και ερμηνεία της ανθρώπινης ψυχής. Σήμερα θα προτιμούσαμε να πούμε, του ανθρώπινου ψυχισμού.
Η μαθηματική σκέψη, επομένως, ήταν ο ένας τρόπος. Ο άλλος τρόπος ήταν πιο θεολογικός, ασφαλώς και πολιτικός, πάντοτε όμως βαθιά φιλοσοφικός και υπαρξιακός. Τον ονόμασαν θέατρο, θέαση του κόσμου και του ανθρώπου. Τον ονόμασαν και δράμα, δράση μέσω αφήγησης ή αφηγήσεων, πολλαπλών, εκτενών, σύντομων, ανάδρομων, μονολογικών, διαλογικών, περιγραφικών, εγκιβωτισμένων – σε κάθε περίπτωση, όμως, αναπόσπαστων και ισότιμων μερών της ίδιας ιστορίας.
Με μαθηματική και θεατρική παιδεία στη φαρέτρα του, ο Βαγγέλης Μανουβέλος στο μυθιστόρημά του Οι 6 πλευρές του τριγώνου, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Επίκεντρο, ήδη από τον τίτλο προετοιμάζει τον αναγνώστη για την ανατροπή της περίκλειστης τριαδικότητας του συγκεκριμένου γεωμετρικού σχήματος αποδίδοντας στο τρίγωνο ένα είδος πολλαπλότητας, πιο σωστά, πολυμορφικότητας, την ώρα μάλιστα που, ταυτόχρονα, το επιλέγει ως απότιση φόρου τιμής στο θέατρο: τρία πρόσωπα επί σκηνής στο αρχαίο δράμα, σε διαφορετικούς συνδυασμούς ανά επεισόδιο, τρεις «πράξεις» στο νεότερο δράμα, που παραπέμπουν σε τρία βασικά δομικά μέρη στο μυθιστόρημα του Μανουβέλου, πάνω από όλα, όμως, η ιψενική ανατομία των ανθρωπίνων σχέσεων. Άλλωστε, οι πλευρές του τριγώνου, από όπου και αν τις κοιτάξει κανείς, συναντώνται σε αιχμηρές, επιθετικές, συχνά απειλητικές, γωνίες…
Ο τόπος όπου διαδραματίζονται τα γεγονότα είναι το Αργοστόλι της Κεφαλονιάς, γενέθλια γη του συγγραφέα. Εκεί ο αναγνώστης θα συναντήσει τα έξι βασικά πρόσωπα της ιστορίας: τη Μάρω, τον Σταύρο, τον γιο τους Ορέστη, τον Φάνη, την Αλεξία, τη Νάντια. Όλοι οι ήρωες και οι ηρωίδες του μυθιστορήματος αναζητούν τον έρωτα, φαινομενικά ως ζωική, αρχέγονα σαρκική επιδίωξη, στην πραγματικότητα όμως ως θεραπεία και ίαση των τραυμάτων τους. Ο τρώσας και ιάσεται… Καθώς τα πρόσωπα μετακινούνται από τη μία πλευρά του τριγώνου στην άλλη, καθώς τα ίδια κάθε φορά αποτελούν και μία διαφορετική πλευρά του, οι καθιερωμένοι διαχωρισμοί του φύλου, της ηλικίας, των κοινωνικών ρόλων γίνονται ρευστοί και ασαφείς, ενώ οι καταστάσεις οδηγούν τους πρωταγωνιστές σε μία επώδυνη διαδρομή αυτογνωσίας, ελευθερίας και, εν τέλει, ωριμότητας. Η κάθε πλευρά του τριγώνου δεν αποτελείται από μία αλήθεια, αλλά από δύο. Ενδεχομένως και περισσότερες.
Το μυθιστόρημα τέμνεται σε δύο ίσης έκτασης αφηγηματικά μέρη από ένα τρίτο, αμιγώς διαλογικό, το οποίο παραπέμπει σε απόσπασμα θεατρικού έργου και στο οποίο οι δευτεραγωνιστές –παρατηρητές της ιστορίας– διερμηνεύουν τις συμπεριφορές των βασικών προσώπων, φωτίζουν τους χαρακτήρες ή, όπως διατείνονται μπρεχτικά, «φτιάχνουν τους μεγάλους ήρωες». Είναι η δική τους φωνή η φωνή του συγγραφέα; Πιθανόν. Δεν παύουν, παρ’ όλα αυτά, να λειτουργούν αυτόνομα και, ως έναν βαθμό, αυτόκλητα.
Οι καταστάσεις οδηγούν τους πρωταγωνιστές σε μία επώδυνη διαδρομή αυτογνωσίας, ελευθερίας και, εν τέλει, ωριμότητας.
Με όρους θεάτρου, το πρώτο μέρος μοιάζει να αποτελεί τη «δέση» του δράματος. Σε πρώτο πρόσωπο ο καθένας και η καθεμία από τους πρωταγωνιστές εκτυλίσσουν δύο, ξεχωριστής υφής και δυναμικής, αφηγήσεις. Η μία αφήγηση, εκτενέστερη, σαν να απευθύνεται σε κάποιο φανταστικό (διαδικτυακό; τηλεοπτικό;) ακροατήριο, με στοιχεία προφορικότητας, ρεαλιστική και άμεση, εκφέρεται από τα πρόσωπα με γλώσσα σκληρή και ειρωνική, ενώ είναι αποκαλυπτική των απογοητεύσεων, των ματαιώσεων, του θυμού, του τραύματος. Η άλλη αφήγηση, που περιέχεται στην πρώτη, μοιάζει να αφορά στη διαδικασία του γραπτού λόγου, πιο εσωτερική και λυρική, βαθιά εξομολογητική, «όπως γράφουν οι πελάτες» της βασικής πρωταγωνίστριας, της Μάρως. Αν η πρώτη αφήγηση αποκαλύπτει την ωμή αλήθεια των προσώπων της ιστορίας, αυτή η δεύτερη αφορά στις ενδόμυχες σκέψεις και πραγματικές επιθυμίες τους, με ένα περίβλημα επιείκειας, ωστόσο, τόσο απέναντι στον εαυτό τους όσο και απέναντι στον σημαντικό Άλλο. Με μαεστρία ο Μανουβέλος ισορροπεί αφηγηματικά και γλωσσικά ανάμεσα στις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, τη σκληρότητα των ανθρώπων και ταυτόχρονα την ευθραυστότητά τους, την αυθάδεια και την ευαλωτότητά τους, τη δύναμη και τις αδυναμίες τους, την επιθυμία τους για σύνδεση και την προδοσία.
Το δεύτερο μέρος του μυθιστορήματος διαμορφώνει τη «λύση» του δράματος. Οι προσδοκίες, οι αναμονές, οι άρρητες ή υπόρρητες σκέψεις, η πρόκληση των ορίων, τα παιχνίδια εξουσίας, οι οικογενειακοί δεσμοί και οι δεσμοί αίματος, οι συναισθηματικές αντοχές δοκιμάζονται και φέρνουν τα πρόσωπα ενώπιον των επιλογών τους. Οι πρωταγωνιστές δεν έχουν αυτή τη φορά να αντιμετωπίσουν τις επιθυμίες τους, αλλά τις συνέπειες μιας πραγματικότητας που οι ίδιοι έχουν διαμορφώσει και η οποία με αμείλικτο και, συχνά, σπαρακτικό τρόπο απαιτεί την αναγνώρισή της. Ό,τι στο πρώτο μέρος του μυθιστορήματος αποτελούσε πολλαπλή αφήγηση, τώρα πια παρουσιάζεται ως κοινό και πολύ πραγματικό βίωμα. Ο υποδόριος θυμός προετοίμασε τη δράση, ο επί χάρτου σχεδιασμός υλοποιήθηκε σε οδύνη. Η ασθματική γραφή, ο ελλειπτικός, κοφτός λόγος εισάγουν ιλιγγιωδώς τον αναγνώστη στον συναισθηματικό, κυρίως, πόνο των προσώπων, στη σύλληψη του κατακερματισμένου ψυχισμού τους, στο λεκτικό κρεσέντο που οδηγεί στην τελευταία πράξη και κορύφωση του δράματος. Η θάλασσα, συμβολική αποτύπωση του υγρού, μητρικού στοιχείου στο τέλος του μυθιστορήματος δεν αποτελεί μόνο την κάθαρση για τους πληγωμένους, τσακισμένους σωματικά ή ψυχικά ήρωες. Αποτελεί, προπάντων, αναβάπτιση και αναγέννηση, γνώθι σαυτόν για ανθρώπους που ζήτησαν να υπερβούν τα όριά τους δίχως να είναι πραγματικά έτοιμοι γι’ αυτό. Το τρίγωνο αποκτά πλέον όλες τις πλευρές του: ύβρις – τίσις – κάθαρσις ή, διαφορετικά, αλαζονεία, πληρωμή, γνώση.
Από όλες τις αλήθειες που οι πρωταγωνιστές φανέρωσαν, ο συγγραφέας αναδεικνύει μία μοναδική, αν και πικρή, αλήθεια για την ανθρώπινη συνθήκη: την κατάκτηση της ελευθερίας μέσω της πτώσης, την εξεύρεση του εαυτού μέσω της απώλειας. Αυτό είναι κάτι που πρέπει να έχει κατά νου ο αναγνώστης ή η αναγνώστρια, ακόμη και όταν διαβάζει περιγραφές που πιθανότατα υπερβαίνουν τις αντοχές του/της. Εξάλλου, η ρωγμή είναι εκείνη που θα συνταράξει τη σκέψη μετατρέποντάς τη σε ολοκληρωμένη και αδιαπραγμάτευτη αναγνωστική εμπειρία.
Σοφία Πιτσογιάννη