Ξανθούλης Γιάννης: Το ροζ που δεν ξέχασα

Η μητέρα μ’ ενοχοποίησε. Με γέννησε και μετά μ’ ενοχοποίησε. Μ’ αρέσει η λέξη. Είναι μεγάλη κι έχει αυτό που διηγούνται και τα θρησκευτικά για τον Θεό: «εποίησε». Ο Θεός «εποίησε», αλλά η μαμά και με «εποίησε» και με «ενοχοποίησε», γιατί μου έβαζε το μπλε παλτουδάκι με τα χρυσά κουμπιά και τις ανάγλυφες άγκυρες πάνω τους και ξεπορτίζαμε να βρούμε τον εραστή μας. Δεν ήταν η μητέρα απ’ τη στόφα των μαμάδων των αναγνωστικών βιβλίων του δημοτικού. Ήταν να θέλεις να τη βλέπεις να διορθώνει τις κάλτσες της και να βάζει κραγιόν. […] Είχα υιοθετήσει έναν πληθυντικό σ’ αυτές τις συνευρέσεις. Ήταν το κραγιόν μας, ήταν το σώμα μας, ήταν τα φιλιά μας, ήταν το μυστικό μας. Δεν ήξερα ότι ήταν η ενοχή μας, αλλά μ’ άρεσε. (Από τον εκδότη)