Γούτας Παναγιώτης: Η μελωδία των αγαλμάτων

Σε μια παλιά του συνέντευξη, ο Ντίνος Χριστιανόπουλος χαρακτήρισε τον εαυτό του ως ποιητή με τη μικρασιατικής προέλευσης λέξη «τιτίζης», γιατί έκανε 26 πολύχρονες διορθώσεις για να ολοκληρώσει ένα μόνο ποίημά του. Δεν ξέρω αν διεκδικώ κι εγώ ανάλογο τίτλο με τη συγγραφή του μυθιστορήματός μου Η μελωδία των αγαλμάτων, ωστόσο είναι σίγουρο πως λειτούργησα «τιτίζικα» (δηλαδή υπερβολικά σχολαστικά), αφού ξεκίνησα να το γράφω το 2007, το διόρθωνα έκτοτε συνεχώς επί έξι χρόνια, πρόσθεσα κάποια κεφάλαια το 2013, για να το ολοκληρώσω εντέλει το 2025, όταν ύστερα από προτροπή κάποιων ανθρώπων του περιβάλλοντός μου το ξέθαψα από το συρτάρι μου, προσθέτοντας το δεύτερο μέρος του, και γειώνοντας, κατ’ αυτόν τον τρόπο, την ήδη γραμμένη (και πολλάκις διορθωμένη) ιστορία στο σήμερα. Αντί να σχολιάσω όμως αναλυτικά αυτό το βιβλίο, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Βακχικόν, με φιλολογική επιμέλεια της Χρυσάνθης Ιακώβου και γραφιστική υποστήριξη του Στράτου Προύσαλη, θα προτιμούσα να σας μιλήσω για τη σχέση μου με τα μπαράκια της πόλης, τη δεκαετία του ’80 και μετέπειτα, την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της εποχής και τη μουσική που, τότε, άκουγα, γιατί αυτά πιστεύω πως αποτελούν την πηγή έμπνευσης και τη γενεσιουργό αιτία της συγγραφής του.

Κάπως έτσι είναι και αισθάνονται οι ήρωές μου. Ακρωτηριασμένα αγάλματα, που κουβαλούν στο δέρμα τους ουλές του παρελθόντος, θέλοντας κάποια στιγμή να τις αποτινάξουν από πάνω τους.

Στη «Σελήνη», λοιπόν, δεκαεπτά χρονών πρωτάκουσα τους A priori. Ελληνική τζαζ-ροκ, στα καλύτερά της. Στο «Εναλλάξ», επί της Προξένου Κορομηλά, πηγαίναμε με τον κολλητό μου για ποτά, τρία εκείνος, ένα εγώ. Πολύ Talking Heads και Cure στα ηχεία, τσιγάρα και διάχυτος ερωτισμός. Ουίσκι με ντραμπουί ή ρούμι, κλεφτές ματιές από τα δίπλα τραπέζια, φλερτ, υπονοούμενα, χαμηλός φωτισμός. Στον «Δον Κιχώτη» φροϊδικές αναλύσεις με την παρέα και συζητήσεις για κινηματογράφο. Φασμπίντερ, Γούντι Άλεν και Νίκο Αλευρά. Πέφταν οι σφαίρες της νιότης μας σαν το χαλάζι, κατά τον τίτλο της ταινίας του σκηνοθέτη. Για τις ταινίες του Κολλάτου, του Τάσιου, του Παναγιωτόπουλου και τις αλλοπρόσαλλες συμπεριφορές του Β εξώστη υπήρχε το «Φλου», πίσω από το «Ντορέ», και, λίγο μετά, το «Vertigo», στο ίδιο περίπου σημείο. Στο «Λούκι Λουκ» βελάκια στον τοίχο, Doors και καμιά μπίρα, στο χαλαρό, πριν το βραδινό τοστ στον «Ρωμιό» ή την κρέπα του «Snupy». Στο «Μπανάλ» του Ηρακλή πηγαίναμε τα Σάββατα, με τα φιλαράκια, να πάρουμε μάτι τις τρανς με τα τακούνια και τις περούκες. Κάποιες κούκλες. Εκεί πρωτάκουσα Lou Reed, το «Transformer», κι εκστασιάστηκα. Πήγα την επόμενη μέρα στο δισκοπωλείο της γειτονιάς μου και μου το έγραψαν σε κασέτα χρωμίου, μάρκας TDK. Σήμερα το έχω και στις τρεις ηχητικές εκδοχές του (κασέτα, βινύλιο, σιντί) και το ακούω ακόμη. Περνούσαμε κι από το «Μικρό καφέ», πίσω από την Ιερά Μητρόπολη, για να συναντήσουμε τον Μαρωνίτη, που ήταν, ήδη, σύμβολο στην πόλη. Όμως δεν τολμούσαμε να τον χαιρετήσουμε ή να του μιλήσουμε, άλλωστε ήταν πάντα με τη δική του παρέα, σοβαρός και απρόσιτος. Ο Χριστιανόπουλος ήρθε λίγο μετά, με τα μικρά του ποιήματα, να τον υποσκελίσει μέσα μας και να μας συνεπάρει.

Πέρασα αρκετά βραδινά και στο «Berlin» του Παπαδόπουλου, του γνωστού στην πόλη ως «Μπερλινά». Άλλοτε μόνος, άλλοτε με παρέα. Ένα βράδυ (θα ήμουν 18 ή 19 χρονών), δίχως να τον γνωρίζω, βρήκα το θάρρος να του εμφανίσω δύο δικές μου κασέτες χρωμίου και να του ζητήσω να τις παίξει στο μαγαζί του. Μία με Camel και μία με Eloy. «Τα έχω και τα δύο σε βινύλιο, αλλά δεν βάζω τέτοια» μου είχε πει, αλλά για να μη με απογοητεύσει έβαλε στο πικάπ το «Heroes» του Bowie, που επίσης μου άρεσε. Πού να ήξερα πως από τότε ήταν ένας από τους μεγαλύτερους συλλέκτες βινυλίου στη χώρα. Θυμάμαι ακόμα τα συνθήματα και τις γραμμένες ερωτικές εξομολογήσεις στις τουαλέτες του «Berlin», αλλά και του «Εναλλάξ». Συχνά ανορθόγραφες, αλλά με παλμό και αίσθημα. Στα σαράντα μου χρόνια, ψημένος οικογενειάρχης, βρήκα απάγκιο στο «Journal» και στο «Γαζία», που κι αυτά περάσαν πλέον στην ιστορία της πόλης. Στο «Γαζία» συμμετείχα αρκετές φορές ως ομιλητής για ποιητικά βιβλία ή λογοτεχνικά περιοδικά της πόλης σε λογοτεχνικά βραδινά που διοργάνωνε η Κατερίνα Γιαννούλη, η ιδιοκτήτρια του χώρου, που ήταν και ηθοποιός. Βέβαια, μεσολάβησαν εντωμεταξύ οι τζαζιές στον «Βελερεφόντη», επί της Βασιλίσσης Όλγας, και αρκετά έντεχνα καφωδεία της πόλης. Τα μπαράκια που σας προανέφερα δεν υπάρχουν, εδώ και χρόνια. Μόνο το «Berlin» επιμένει. Έχω να πατήσω εκεί πάνω από τριάντα χρόνια.

Όσο για το μπαρ «Ερμής ανάδρομος» του τελευταίου βιβλίου μου, της Μελωδίας των αγαλμάτων, είναι ένας χώρος μισοπραγματικός και μισοεπινοημένος. Ένα άβατο της μνήμης και της ψυχής, ένα ιερό κατάλυμα. Θα μπορούσε κάλλιστα να είναι κάποιο από τα μπαράκια του παρελθόντος, που σας προανέφερα. Οι ιστορίες που διαδραματίζονται εκεί θα μπορούσαν να έχουν συμβεί σε οποιοδήποτε προαναφερθέν στέκι. Οι ήρωες θα μπορούσαν να έχουν υπάρξει αυτούσιοι, με σάρκα και οστά. Ίσως ζουν και ανασαίνουν δίπλα μου, περπατούν στους ίδιους δρόμους που περπατώ, είναι συνομήλικοί μου και αγνοούν παντελώς την ύπαρξή μου. Γράφοντας αυτό το βιβλίο νιώθω πως πέρασα και πάλι από κάποιο αγαπημένο στέκι της δεκαετίας του ’80, βραδάκι, για ένα ποτό και για να ακούσω τη μουσική της νεότητάς μου. Όχι για να νοσταλγήσω, αλλά για να θρηνήσω, με τον δικό μου τρόπο, μια εποχή που έφυγε ανεπιστρεπτί, παίρνοντας μαζί της κομμάτια του εαυτού μου.

Ένα τελευταίο σχόλιο, τώρα, για το εξώφυλλο του βιβλίου. Ο πίνακας του Αμερικανού ζωγράφου Έντουαρντ Χόπερ Λιακάδα σε μια καφετέρια αποτυπώνει εύγλωττα τη μοναξιά δύο ανθρώπων που βρίσκονται στον ίδιο χώρο, όμως τα βλέμματά τους δεν συμπίπτουν, δεν συναντιούνται. Δυο μοναχικές υπάρξεις σε έναν χώρο λουσμένο στο φως, που δεν συνυπάρχουν. Ο πίνακας, που παίζει λειτουργικό ρόλο και στην πλοκή του μυθιστορήματος, είναι απόλυτα συμβατός με το περιεχόμενο του βιβλίου. Κάπως έτσι είναι και αισθάνονται οι ήρωές μου. Ακρωτηριασμένα αγάλματα, που κουβαλούν στο δέρμα τους ουλές του παρελθόντος, θέλοντας κάποια στιγμή να τις αποτινάξουν από πάνω τους. Ο Σεφέρης κάποτε είχε γράψει έναν στίχο, που πρόλαβε να γίνει σύνθημα στους τοίχους της Θεσσαλονίκης: Γιατί τ’ αγάλματα […] είμαστε εμείς. Αγάλματα, λοιπόν, ακινητοποιημένα οι ήρωες και οι ηρωίδες του μυθιστορήματος, περιμένουν ένα νεύμα, μία αρχική κίνηση, μια αρχική φράση μου για να τεθούν σε δράση, για ν’ αποκτήσουν παλμό κι υπόσταση. Για ν’ ακουστεί επιτέλους η ξεχασμένη μελωδία τους στο αυτί του αναγνώστη.