Τσελεπίδου Βίκυ: Η αγέλη

Όταν διαβάζουμε στον Τύπο, όταν πληροφορούμαστε, όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με το φαινόμενο που τα τελευταία χρόνια πήρε τεράστιες διαστάσεις, και αναφέρομαι στη γυναικοκτονία, μας κυριεύει θυμός, απογοήτευση, αγανάκτηση, θλίψη, οργή, που μια γυναίκα, τις περισσότερες φορές νέα, χάνει τη ζωή της άδικα και βασανιστικά. Όταν όμως αυτό το φαινόμενο μεταφέρεται σε ένα μυθιστόρημα (τέχνη του λόγου που διατρανώνει τη φαντασία, δίνει άλλες επιλογές πέραν των πραγματικών, μεγιστοποιεί τα γεγονότα, διευρύνει την πράξη μέχρι του σημείου της απόλυτης φρίκης), τότε τα δεδομένα είναι διαφορετικά, τότε εντυπωσιάζεσαι σε έσχατο βαθμό, τότε πραγματικά συγκλονίζεσαι. Μια τέτοια ιστορία, που είναι σύγχρονη, ακριβής αλλά επινοημένη, σωστά δομημένη και πάνω απ’ όλα γεμάτη αγάπη για τα θύματα και μίσος για τους θύτες, μας περιγράφει με δραματική διάθεση η γνωστή συγγραφέας της περιφέρειας Βίκυ Τσελεπίδου στο παρόν μυθιστόρημα, με στόχο την πλήρη και διαρκή μας ευαισθησία, σ’ ένα θέμα ουσιαστικά επώδυνο και οδυνηρό.

Ας δούμε τι έχουμε, λοιπόν, εδώ: Ένας δικηγόρος συλλέγει μαρτυρίες και καταθέσεις, βιώματα και εμπειρίες, που έξι άνθρωποι (τρεις άνδρες και τρεις γυναίκες) αποκόμισαν απ’ την επαφή τους τόσο με τον θύτη όσο και με το θύμα, προκειμένου να τα χρησιμοποιήσει στη δίκη, αναλαμβάνοντας συνήγορος του κατηγορουμένου. Το θύμα είναι η Λυδία (το όνομα του θύτη δεν θα το μάθουμε ποτέ), η Φαίη είναι η πρώην, η οποία κατάφερε να ξεφύγει απ’ τις δαγκάνες του πριν να είναι πολύ αργά, η Στέλλα είναι παιδική του φίλη με την οποία μοιράζεται τα πάντα, ακόμη και όταν την πληροφορεί για να την εντυπωσιάσει πως σκότωσε τη Λυδία, ενώ η Όλγα είναι κολλητή φίλη της δολοφονημένης, η οποία προσπάθησε να την πείσει να απομακρυνθεί απ’ την παρούσα σχέση, πολύ πριν από την τραγική κατάληξη. Στη συνέχεια, ο εργοδότης του, ο οποίος μιλά με τα καλύτερα λόγια για τον υπάλληλό του όσον αφορά την εργασία του και μένει άναυδος με αυτά που ακούει, ο συνάδελφος, ο οποίος αποκαλύπτει με τον χειρότερο τρόπο τα μειονεκτήματά του, καθώς τον είχε ικανό ακόμη και για μια τέτοια εξέλιξη, ο εξάδελφος, τέλος, ο οποίος προσπάθησε να τον αποσπάσει απ’ αυτόν τον αρρωστημένο του έρωτα και να τον επαναφέρει στα συγκαλά του. Το βιβλίο δομείται με τη μέθοδο των προφορικών συνεντεύξεων (το εγχείρημα αυτό δεν είναι καινούργιο ή πρωτοφανέρωτο, πολλοί συγγραφείς και στο παρελθόν αλλά και σήμερα εκφράζονται έτσι, το θετικό όμως είναι πως ο αναγνώστης παίρνει τις απαραίτητες ανάσες, προκειμένου να διαχειριστεί την τραγικότητα της κατάστασης), όλοι μιλούν με τα πιο αρνητικά λόγια για τον θύτη, ενώ δείχνουν την απεριόριστη συμπάθειά τους προς τη Λυδία (μια κοπέλα μεγαλωμένη με αυστηρούς οικογενειακούς κανόνες, μια εύκολη λεία για ένα παρανοϊκό άτομο, τα λόγια του οποίου στο ψαχνό του κειμένου παρατίθενται με πλάγια στοιχεία για να διαχωρίζονται οι αφηγήσεις, τόσο οι πραγματικές, όσο και οι παρανοϊκές), έτσι ώστε και χωρίς αυτό που θα πούμε να αποτελεί ιδιαιτερότητα, το πιο τραυματικό μέρος του βιβλίου, το πιο τρομακτικό στο μυαλό του θύτη είναι αυτό που κάνει στη σορό, όπως επίσης και η ιατροδικαστική έκθεση, η οποία είναι όντως σοκαριστική.

Σπάνια διαβάζουμε μυθιστορήματα που ανοίγουν θέματα μείζονος ενδιαφέροντος, φανταστικά αλλά και άκρως ρεαλιστικά, παρά τον μυθοποιητικό στόχο, ο οποίος διαχωρίζει την Τέχνη απ’ την καθημερινότητα, όπως αυτό της Τσελεπίδου, και τούτο για τρεις συγκεκριμένες αιτίες: Κατ’ αρχάς, η αγωνιώδης τροπή που παίρνει η σχέση ενός ζευγαριού, που ξεκινάει από έναν παραμυθένιο έρωτα, για να καταλήξει σε ένα αποτρόπαιο έγκλημα. Πώς ερμηνεύεται αυτό το γεγονός; Φτάνει μόνο το σαλεμένο μυαλό του θύτη, το οποίο παίρνει αντίστροφες από το συναίσθημα στροφές; Κανείς δεν θα μπορούσε να απαντήσει (δεν το κάνει ούτε η συγγραφέας, παρά το ογκώδες πνευματικό της οπλοστάσιο, που αφορά τέτοιες εγκληματικές ενέργειες). Στη συνέχεια, γιατί η Λυδία αργεί να καταλάβει τον δολοφονικό χαρακτήρα του συντρόφου της, δίχως να επιχειρήσει να τραβηχτεί για να προστατευτεί από τον θανάσιμο εναγκαλισμό του, προκειμένου να σταματήσει να παίζει θέατρο όπως το εννοεί, πέφτοντας στην παγίδα του; Και πόσο μεγάλο ρόλο διαδραματίζει στη ζωή μιας γυναίκας η αυστηρή οικογενειακή μιζέρια, ο πατρικός προστατευτισμός, ο οποίος και στερεί το παιδί απ’ το να έχει άμυνες και να στέκεται στα πόδια του; Και όταν το θύμα θα προσπαθήσει χωρίς την παραμικρή ενέργεια να αποφύγει μια δολοφονική επίθεση, τότε μια καθολική κατάσταση οδηγεί στο αδιέξοδο του θανάτου. Έτσι λοιπόν η Τσελεπίδου, με γλώσσα επίκαιρη και απλή, με ατμόσφαιρα θρίλερ, με ύφος καθημαγμένο από τον τρόμο, με έκφραση δόκιμη και συντεταγμένη και με μια εκφορά απίστευτης παθογένειας (ιδίως του θύτη), καταθέτει ένα μυθιστόρημα, το οποίο και συγκλίνει στο γεγονός ότι τίποτα δεν είναι τυχαίο, ότι πρέπει να διακρίνουμε από μακριά το αρρωστημένο και ψυχαναγκαστικό, πως τίποτα δεν είναι πιο πάνω απ’ την ανθρώπινη ζωή, την οποία πρέπει να διασφαλίζουμε και να προστατεύουμε, πως, τέλος, η Λυδία δεν είναι η πρώτη και δεν θα είναι –αν δεν πάρουμε σύντομα μέτρα, κράτος και κοινωνία– ούτε η τελευταία.

Σπάνια διαβάζουμε μυθιστορήματα που ανοίγουν θέματα μείζονος ενδιαφέροντος, φανταστικά αλλά και άκρως ρεαλιστικά, παρά τον μυθοποιητικό στόχο, ο οποίος διαχωρίζει την Τέχνη απ’ την καθημερινότητα.

Ας μη νομίσει κανείς ότι η συγγραφέας εκμεταλλεύεται κάτι που συμβαίνει και το συζητάμε κατά κόρον τα τελευταία χρόνια (και όχι μόνο στη χώρα μας), τη γυναικοκτονία. Στην πραγματικότητα, η Τσελεπίδου στέλνει ένα μήνυμα ως γυναίκα προς όλες τις γυναίκες, ως προσωπικότητα προς όλες τις υπόλοιπες, ως άνθρωπος εν τέλει προς όλους τους ανθρώπους που δείχνουν απάνθρωπη συμπεριφορά και, πολλές φορές, ωθούν τα θύματά τους στον θάνατο. Η ψυχολογική δε απογύμνωση του θύτη (σε αντίθεση με εκείνη του θύματος, όπου οι πληροφορίες μας είναι ελλιπείς, πλην κάποιων οικογενειακών συνθηκών και κάποιων πρώιμων φλερτ) είναι τέτοια που κυριολεκτικώς συναρπάζει, κυρίως αναφορικά με το πόση τάξη μπορεί να εμπεριέχει το μυαλό ενός παράφρονα, ακόμη κι αν διακρίνουμε πάραυτα κάποια σημασία που τα λεγόμενά του έχουν, λόγια χωρίς τον παραμικρό ειρμό, λόγια χωρίς ουσία, λόγια, πλην κάποιων, ερωτικού χαρακτήρα χειρισμού του άλλου. Άρα, μιλάμε για ένα βιβλίο – έργο τιμής, για ένα μυθιστόρημα το οποίο κινήθηκε αυτόνομα, ανάμεσα στη φαντασία και στις ρεαλιστικές απεικονίσεις και πινελιές.
Χρίστος Παπαγεωργίου