Καρκανεβάτος Γιάννης: Με και χωρίς τον Νώε

Βρισκόταν λέει σε μια φαντασμαγορική χοροεσπερίδα, μια βραδιά όμοια με το “Σκοτώνουν τ’ άλογα όταν γεράσουν” –δεν ξέρω, την έχεις δει την ταινία;– όπου χορεύουν, χορεύουν και συνεχίζουν να χορεύουν –τι χορεύουν, σέρνονται…– για ώρες, για μέρες, κάποιοι δεν αντέχουν και σωριάζονται στο πάτωμα, για 1500 δολάρια, τόσα θα έπαιρνε ο νικητής. Αλλά τι σου έλεγα, ναι, σκέψου μια στρογγυλή ντισκόμπαλα με τα μικροσκοπικά καθρεφτάκια της, ακτίνες να διαχέονται τριγύρω, να φωτίζουν πρόσκαιρα περμανάντ και πολύχρωμα πουκάμισα, καλοχτενισμένα μαλλιά και ημίγυμνες πλάτες, ιδρωμένες επιθυμίες, κουρασμένα στόματα. Πεινασμένα, διψασμένα, άλλο τούς υποσχέθηκαν, δεν παίρνεις όμως πάντα αυτό που παραγγέλνεις ή αποζητάς. Και ήταν εκεί και ο Νίκος, ο πρώτος της έρωτας –δέκα χρόνια πεθαμένος, την είχε πάρει η Γεωργία να της το πει, ποιος Νίκος, καλέ ο Νίκος…o Νίκος;– η αδερφή της η Ελένη, ο Γιάννης και η Μαρία, γείτονες από δίπλα, αν και δεν μπορούσε να δει τον Γιάννη, η Μαρία τον έστρεφε δήθεν χορευτικά να μην την βλέπει. Αποκλείεται να γνώριζε, μια φορά συνέβη, κι αυτό πριν χρόνια, πες το η κακιά στιγμή. Αναπάντεχα, ανάλαφρα, μην πάρεις στο σπίτι, της το ξεκαθάρισε. Δεν ήταν σίγουρη αλλά θα πρέπει να ήταν ο Γιάννης αυτός, ποιος άλλος, και χόρευαν, είχε και αυτή έναν καβαλιέρο όχι όμως τον τελευταίο της σύζυγο, τον είχε, λέει, ρωτήσει αλλά την αποπήρε πως έχει να κουρέψει το γκαζόν ή να ψεκάσει τη λεμονιά, δεν θυμόταν τι, αυτά μια φορά τα ζεις και μετά τα θυμάσαι, του λέει, αλλά δεν τον έπεισε, δεν μπορούσε να την συνοδεύσει, είχε μετατρέψει το εξοχικό τους σε κιβωτό του Νώε των φυτών, κατόρθωσε να συγκεντρώσει εκατόν πενήντα, ξέρω ’γω πόσα, είδη φυτών και δέντρων σ’ ένα στρέμμα γης, μια λεμονιά, έναν κάκτο, μια ελιά, μια μανταρινιά, μια ροδιά, μια δάφνη, μια λεύκα –του είπε, Τάκη δεν θέλω λεύκα, μη βάλεις λεύκα–, μια αροκάρια, μια κουκουναριά, ένα νυχτολούλουδο –και πώς μύριζε τα βράδια με φεγγάρι–, μια μπουκαμβίλια, ένα από κάθε είδος εκτός από τα κυπαρίσσια, είχε βάλει τρία στον νότιο φράχτη –χριστιανέ μου, τα κυπαρίσσια είναι για τα νεκροταφεία, τίποτα αυτός, κόβουν τον σορόκο έλεγε–και τους μιλούσε, γιατί αν τους μιλάς αναπτύσσονται, έτσι έλεγε, τι έλεγε; το πίστευε ακράδαντα, μόλις είδε και το ντοκιμαντέρ με την κλασική μουσική και τα φυτά, άρχιζε να φωνάζει: Το ήξερα, το ήξερα! Και δώσ’ του να σκαλίζει και να ξεχερσώνει τα ζιζάνια βρίζοντάς τα, εχθροί μου, με πνίγετε, μου τρώτε το φαγητό, κόβετε το φως μου, αναπνέετε τον αέρα μου, τα κατέστρεφε, τα πετούσε στον αέρα σε μια διαρκή μάχη επικράτησης. 

Ξύπνησε κουρασμένη από τον ατέλειωτο χορό του ονείρου και ήταν η πρώτη μέρα που δεν έβγαλε το χαρτάκι από το ημερολόγιο. Αργότερα θα το θυμόταν σαν σημάδι, σχεδόν όλα τα χρόνια παντρεμένη αποτελούσε την πρώτη κίνηση του πρωινού, πριν ακόμα και από τον καφέ, αλλά και όταν πέθανε ο Τάκης πάλι το συνέχισε, «μέρα που ξημερώνει, μέρα που έχει ήδη φύγει», έλεγε και τραβούσε το χαρτί να διαβάσει το ποίημα, τι ποίημα μερικοί σαχλοί στίχοι, αλλά της έφτιαχναν τη διάθεση. Και όμως, εκείνη τη μέρα κρατούσε το μπρίκι με μια αδιόρατη αίσθηση πως κάτι της διέφευγε χωρίς να μπορεί να το προσδιορίσει. Κάτι έλειπε ή θα ερχόταν σύντομα να την συναντήσει. Γύρισε ξανά στην τουαλέτα όμως είχε ήδη τραβήξει το καζανάκι. Δεν ήταν αυτό. Πότισε την τριανταφυλλιά και χαιρέτησε το νυχτολούλουδο, αν και θα ήθελε να το ξεριζώσει, ίσως όχι το νυχτολούλουδο, να διαλέξει κάποιο που αγαπούσε ο Τάκης και να το καταστρέψει ολοσχερώς, μια συμβολική νίκη, ανούσια και άσφαιρη στην ανεπίστρεπτη απουσία του, όμως μάζεψε τη σκέψη, θα άρεσε στον Τάκη να γνωρίζει πως κάποιος συνεχίζει να προσέχει τον κήπο, ο Νώε πέθανε αλλά αυτά θα ζούσαν, πέρα από τη λεύκα που είχε πετάξει ρίζες και σε λίγο θα έμπαινε στο σπίτι.
Απόσπασμα από το διήγημα «Με και χωρίς τον Νώε»
από τη συλλογή «Ο Τζιμ Μόρισον και το σαλιγκάρι» (εκδόσεις ΕΣΤΙΑ – 2026) του Γιάννη Καρκανεβάτου